Η επικαιροποιημένη Προγραμματική Συμφωνία ανάμεσα στους ηγέτες των δύο κομμάτων που εξακολουθούν να συγκροτούν τη σημερινή συγκυβέρνηση συνιστά ένα κείμενο που ανέμεναν επί μακρόν οι πολίτες της χώρας. Και αυτό γιατί ήταν απαραίτητη η διαμόρφωση μιας εκ νέου βάσης κοινής συνεννόησης που θα επέτρεπε το μακροπρόθεσμο σχεδιασμό πολιτικών για τα επόμενα χρόνια. Πρόκειται για ένα κείμενο που επιχειρεί να συμπυκνώσει τις πρόσφατες εξελίξεις και να δώσει ορισμένες ρεαλιστικές προοπτικές αλλά και ταυτόχρονα επαναλαμβάνει παλαιότερες δεσμεύσεις η μη τήρηση των οποίων, δυστυχώς, τις καθιστά πλέον ευχολόγιο. Σε αυτό το πλαίσιο, η τριπλή άρνηση σχετικά με νέα μέτρα, νέο Μνημόνιο και εκλογές που έχει προαναγγελθεί εδώ και καιρό είναι μεν ενθαρρυντική, για εμάς τους ανθρώπους της αγοράς, παραταύτα οι καθημερινά διογκούμενες πιέσεις από την Τρόικα εντείνουν τη δυσπιστία σχετικά το εάν θα ακολουθηθεί η εν λόγω θέση ως το τέλος.

Εκ των πραγμάτων το πλαίσιο που θέτουν οι απαιτήσεις των δανειστών είναι ασφυκτικό και υποσκάπτει εν τέλει οποιαδήποτε πολιτική συμφωνία στο εσωτερικό. Επιπλέον, αποσιωπάται το γεγονός ότι έχουν ήδη συμφωνηθεί μέτρα για το 2014, όπως αυτά καταγράφονται στο προσχέδιο του προϋπολογισμού του 2014. Επιγραμματικά σημειώνουμε: την αύξηση των εσόδων κατά 4,6%, την ενίσχυση των εσόδων από τους άμεσους φόρους κατά 11,3% μέσα από την κατάργηση του αφορολογήτου ορίου, την επιβολή φόρων ακίνητης περιουσίας και την αύξηση του φορολογικού συντελεστή ατομικών επιχειρήσεων και ελευθέρων επαγγελματιών. Παράλληλα, στο προσχέδιο καταγράφεται πτώση των δαπανών για κοινωνική ασφάλιση και περίθαλψη κατά 16,7% καθώς και των δαπανών για μισθούς και συντάξεις κατά 0,7% κάτι που αφήνει πενιχρά περιθώρια για άμεσες παρεμβάσεις στο πεδίο της κοινωνικής προστασίας.

Επιπλέον, η πίεση των Ευρωπαίων εταίρων για τήρηση των συμφωνημένων εντείνεται συνεχώς (αναβολή της επίσκεψης των επικεφαλών της τρόικας για αρχές Νοεμβρίου) καθώς διαφαίνεται πως θα υπάρξει χρηματοδοτικό κενό την περίοδο από τα μέσα του 2014 έως το 2016. Ήδη συζητούνται πιθανά σενάρια για την κάλυψή του (πχ διάθεση αποθέματος από το Ελληνικό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, μετακύλιση ομολόγων του ελληνικού Δημοσίου που κατέχουν οι τράπεζες κλπ) αλλά είναι κοινή πεποίθηση πως η Ελλάδα θα χρειαστεί κάποιας μορφής επιπλέον στήριξη τα επόμενα χρόνια. Σε αυτό το πλαίσιο η κυβέρνηση επιχειρεί να μας πείσει πως δεν θα υπάρξουν νέα (επιπρόσθετα) μέτρα. Η εμπειρία πάντως έχει αποδείξει πως παρά τις όποιες προθέσεις, στο τέλος υπερτερεί πάντα η γνώμη των δανειστών.

Σε κάθε περίπτωση, η εξαρχής καθορισμένη στοχοθέτηση για την «πολιτική και κυβερνητική σταθερότητα» και «εξάντληση της τετραετούς κοινοβουλευτικής περιόδου», βρίσκει απόλυτα σύμφωνη την ελληνική αγορά και αποτελεί προϋπόθεση της προσπάθειας για την έξοδο από την κρίση. Επιπλέον για το ελληνικό εμπόριο η κινητοποίηση των παραγωγικών δυνάμεων της χώρας είναι ο μόνος δρόμος για την επανεκκίνησης της ανάπτυξης και της οικονομίας. Χρειάζεται να σχεδιάσουμε ένα νέο οικονομικό μοντέλο που θα εμπλέκει τα δυναμικά και ζωντανά στρώματα της κοινωνίας. Οι έλληνες έμποροι και η ΕΣΕΕ από την αρχή στήριξαν κάθε προσπάθεια πολιτικής και κοινωνικής συνεννόησης, στο βαθμό που αυτή λάμβανε χώρα με ανοικτά χαρτιά απ’ όλους και το κυριότερο χωρίς αποκλεισμούς.

Γι’ αυτόν τον λόγο, για παράδειγμα, μας εκπλήσσει ο αποκλεισμός του εμπορίου από τους «προφανείς» πυλώνες του νέου εθνικού παραγωγικού μοντέλου. Εάν η εμπορική δραστηριότητα, ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα σε πολλούς τομείς και κλάδους της οικονομίας, δεν λογίζεται ως «προφανής» μεταβλητή για την οικονομική ανάπτυξη, τότε είναι σαφές ότι υπάρχουν κάποια κενά σημεία στην Προγραμματική Συμφωνία που πρέπει να αποσαφηνισθούν. Η στήριξη στη μεσαία τάξη που χειμάζει πρέπει να είναι έμπρακτη και όχι διακηρυκτική. Εάν από την επόμενη μέρα της κρίσης απουσιάζει ένας από τους μεγαλύτερους εργοδότες της ελληνικής οικονομίας τότε πώς πιστεύουμε ότι θα δημιουργήσουμε ανάπτυξη που θα είναι βιώσιμη;

Για παράδειγμα, στην Προγραμματική Συμφωνία που υπογράφηκε υπογραμμίζονται οι ανάγκες επίτευξης των δημοσιονομικών στόχων και ταυτόχρονης προώθησης των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Οι στόχοι αυτοί, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται, δεν μπορεί να επιτευχθούν δίχως θυσίες κάτι που προϊδεάζει για συνέχιση της φειδωλής δημοσιονομικής πολιτικής αλλά και της ύφεσης. Παραταύτα τα μέτρα που θα μπορούσαν να συμβάλουν στην επιβράδυνση της ύφεσης και στην ανάπτυξη (βελτίωση της απορροφητικότητας του ΕΣΠΑ, τόνωση της απασχόλησης, αλλαγή παραγωγικού προτύπου της χώρας,  ενίσχυση της ρευστότητας στην αγορά, προσέλκυση επενδύσεων, συμψηφισμός οφειλών μεταξύ Δημοσίου και επιχειρήσεων/ πολιτών, περιορισμός της γραφειοκρατίας, μεταρρυθμίσεις του ασφαλιστικού κλπ) περιγράφονται μάλλον σαν ευσεβείς πόθοι παρά στο πλαίσιο μιας συγκροτημένης και χρονικά αυστηρώς προσδιορισμένη αναπτυξιακής πολιτικής.

Ειδικότερα για το φορολογικό σύστημα, που είναι κρίσιμο για κάθε μικρομεσαίο επιχειρηματία, υπογραμμίζεται η θέληση για τη δημιουργία ενός δίκαιου και απλού φορολογικού συστήματος με ταυτόχρονη καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και αποκατάσταση της αδικίας από τα έκτακτα φορολογικά βάρη. Η πραγματική οικονομία όμως δεν αντέχει άλλες φορολογικές επιβαρύνσεις και αναβολές. Από την πρώτη στιγμή άλλωστε η ΕΣΕΕ είχε υπογραμμίσει την ανάγκη ριζικής φορολογικής μεταρρύθμισης, η οποία θα ελάμβανε υπόψη της τις νέες δυσμενείς συνθήκες οικονομικής ύφεσης, χωρίς όμως να εισακουστεί. Πλέον, η κυβέρνηση συνεργασίας παραπέμπει τη φορολογική μεταρρύθμιση στο μέλλον, όταν η φοροδοτική ικανότητα επιχειρήσεων και νοικοκυριών έχει ήδη εξαντληθεί και η ίδια η κοινωνία απλά δεν αντέχει άλλο.

Για όλους αυτούς τους λόγους το ελληνικό εμπόριο αναμένει οι δεσμεύσεις που αναλαμβάνονται από τους δύο εταίρους στο κείμενο της Προγραμματικής Συμφωνίας να γίνουν πράξη στο επόμενο διάστημα. Το όραμα για τη χώρα δεν θα πρέπει να περιορίζεται σε ρητορικά σχήματα ή σε ευχολόγια. Πρέπει να συνοδεύεται από πράξεις και ουσιαστικές παρεμβάσεις στην κατεύθυνση της επιβίωσης της μεσαίας τάξης. Η παρούσα κυβέρνηση ελπίζουμε να δείξει βούληση και αποφασιστικότητα. Έφτασε η ώρα αυτός ο δύσκολος ανήφορος που ανεβαίνει η ελληνική κοινωνία τα τελευταία τρία χρόνια να τελειώσει.